Με τον όρο Πυελική φλεγμονώδης Νόσος ονομάζουμε την φλεγμονή των έσω γεννητικών οργάνων και κυρίως των σαλπίγγων. Αιτία της πυελικής φλεγμονής στις περισσότερες περιπτώσεις είναι κάποιο Σεξουαλικώς μεταδιδόμενο μικρόβιο, κυρίως τα χλαμύδια και ο γονόκοκκος, όπου προκαλούν συνήθως άλγος στο κατώτερο τμήμα της κοιλιάς καθώς και ευαισθησία στις σάλπιγγες και τις ωοθήκες συνοδευόμενο πολλές φορές από πυρετική κίνηση (>38ο ) και εργαστηριακές ενδείξεις φλεγμονής.

Η υπογονιμότητα αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο της νόσου. Ο ουλώδης ιστός που μπορεί να σχηματιστεί μέσα και γύρω από τις σάλπιγγες, σαν αποτέλεσμα επανειλημμένων μολύνσεων ενδέχεται να τις φράξει μόνιμα και να μειώσεις τις πιθανότητες γονιμότητας μιας γυναίκας. Η αντιμετώπιση της κατάστασης εξαρτάται από το βαθμό και την έκταση της φλεγμονής και μπορεί να είναι συντηρητική με την χορήγηση αντιβιοτικών ευρέως φάσματος ή και χειρουργική σε περίπτωση ύπαρξης αποστημάτων στα εξαρτήματα.

Η πρώτη αιτία κινδύνου της πυελικής φλεγμονώδης νόσου είναι η μόλυνση από το βακτήριο Chlamydia trachomatis. Τα χλαμύδια μπορούν να χαρακτηριστούν ως ο σιωπηλός εχθρός της γονιμότητας, καθώς και σε περιπτώσεις υποκλινικής εμφάνισης της λοίμωξης, στις περιπτώσεις δηλαδή που δεν εμφανίζει η γυναίκα καθόλου συμπτώματα, παρατηρείται μείωση της γονιμότητας σε σχέση με γυναίκες που δεν εμφάνισαν παρόμοια λοίμωξη.

Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν συστήνεται ο προληπτικός έλεγχος χλαμυδίων, κάτι το οποίο ισχύει στην Αμερική. Επίσης η χλαμυδιακή λοίμωξη εκτός από σιωπηλή νόσος είναι και αρκετά υποδιαγνωσμένη καθώς η ευαισθησία των απλών καλλιεργειών κολπικού υγρού αδυνατούν να ανιχνεύσουν τη νόσο σε ποσοστό 30%. Γι’αυτό το λόγο τα τελευταία χρόνια προκρίνεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) ο έλεγχος των Χλαμυδίων να γίνεται με Μοριακό έλεγχο και όχι με απλή μικροβιολογική εξέταση.